Μια γενιά παθητικής βιασύνης…
Ανήκω στην γενιά ψυχολόγων που έγραφε. Όταν βγήκα από το πανεπιστήμιο είχα γράψει τόσο πολύ που κόντευα να αλληθωρίσω. Χωρίς τεχνητή νοημοσύνη και βοηθήματα, ψάχνοντας πηγές μέχρι αργά στη βιβλιοθήκη, γράφοντας στο word σε παλιά λάπτοπ που έχαναν την εργασία μου και έπρεπε να την ξαναγράψω από την αρχή. Την θυμόμουν όμως όλη, γιατί ήταν όλη δική μου, όλη δημιούργημα μου. Σταμάτησα να γράφω όταν έπεσαν όλοι με τα μούτρα στα social media. Γεμίσαμε τσιτάτα και καρουζέλ. Κανείς δεν διαβάζει πια ολόκληρα άρθρα. Κανένας δεν θέλει να ακολουθήσει τη σκέψη που ξετυλίγεται και απλώνει το δίχτυ της μέχρι να καταλήξει. Το θέλουμε έτοιμο, μασημένο και γρήγορο. Και έπειτα δεν θυμόμαστε τίποτα. Δεν αποτυπώνεται τίποτα πια στο εγκέφαλο μας. Καταναλώνουμε βουλιμικά πλέον πέρα από το φαγητό μας και τις οθόνες μας. Πολλές φορές ταυτόχρονα.
Προσπαθώ και εγώ να χωρέσω και να ακολουθήσω. Να βάλω τη σκέψη μου σε ένα καρουζέλ. Να γράψω μια φράση που σκέφτηκα σε μια συνεδρία και να την βάλω με ωραία χρώματα να κάθεται στη σελίδα μου. Αλλά ξέρεις την ιστορία που με οδήγησε να καταλήξω σε αυτήν τη φράση; Και αν δεν την ξέρεις, και δεν έχω τον χώρο να μοιραστώ τη σκέψη μου (γιατί τίποτα δεν «πουλάει» αν δεν είναι σύντομο), τότε άραγε συνδεθήκαμε καθόλου που με διάβασες; Συνομιλήσαμε; Γιατί παλιά γράφαμε για να συνομιλήσουμε με τον αναγνώστη μας μέσα στο μυαλό του. Να προκαλέσουμε τη σκέψη του, όπως ακριβώς προκαλούσαν τα κείμενα που διαβάζαμε και τη δική μας. Δεν βρίσκω να διαβάσω ποτέ τίποτα ολόκληρο σε αυτές τις πλατφόρμες.
Πουλάει πια το γρήγορο. Fast fashion, fast dating, fast food, fast scrolling…
Υπάρχει λόγος για τόσο γρήγορους ρυθμούς;
Καταλαβαίνουμε ότι μοιάζει λες και βιαζόμαστε να πεθάνουμε;
Πού βιάζεσαι να πας; Ξέρεις τι σε περιμένει στην κόκκινη κορδέλα του τερματισμού;
Παθητική βιασύνη. Αυτή είναι η εικόνα που βλέπω. Βιαζόμαστε να καταναλώσουμε, να ζήσουμε, να ρουφήξουμε όσα περισσότερα μπορούμε, αλλά το κάνουμε μένοντας ακίνητοι. Μπροστά στις οθόνες, μέσα σε ένα αμάξι κολλημένοι στην κίνηση, ξαπλωμένοι σε έναν καναπέ, μια πολυθρόνα, ένα κρεβάτι. Ζώντας παθητικά μέσα από τις ψεύτικες εικόνες που μας υπνωτίζουν.
Βιαζόμαστε ενώ νιώθουμε ακίνητοι. Μήπως γι’ αυτό βιαζόμαστε; Οι τρόποι που χρησιμοποιούμε μας πάνε ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στη ζωή ή μας βυθίζουν στον βούρκο;
Γινόμαστε μια κοινωνία βιαστικών παράλυτων.
Καθώς μαζεύω τη σκέψη μου κοιτάω έξω από το παράθυρο. Πάλι καλά που οι γονείς μου με άφηναν να παίζω ξυπόλητη στα χώματα και τώρα δεν αντέχω τους τέσσερις τοίχους. Αν περνούσε από το χέρι μου θα κάναμε συνεδρίες σε δάση και παραλίες… κοιτώντας το μοναδικό ζωντανό παράδειγμα που μας έχει μείνει, το οποίο ΔΕΝ βιάζεται, αλλά καταφέρνει να τα κάνει πάντα όλα στην ώρα του… τη ΦΥΣΗ.
Αν έφτασες μέχρι εδώ, σε ευχαριστώ.
Εύχομαι να συνομιλήσαμε.
*Αυτό το κείμενο μου πήρε δυο ημέρες σκέψης και επεξεργασίας, όχι 15 λεπτά φτιάχνοντας το μαζικά, με AI ή με αντιγραφή.
** Φωτογραφία στο εξώφυλλο του instagram και της ιστοσελίδας από τον τόπο μου, Άγιος Κωνσταντίνος Ωρωπού.